Ο Βαρδάρης, τα “σημεία” του κι εμείς

Πώς να τολμήσεις να μιλήσεις για το Βαρδάρη, όταν τόσοι σημαντικοί καλλιτέχνες και λογοτέχνες τον έχουν ζήσει, τον έχουν περπατήσει σπιθαμή προς σπιθαμή, τον έχουν αποτυπώσει με μελάνι στο χαρτί;

Η σχέση μου με το Βαρδάρη ήταν μόνο μια σχέση αποχωρισμού όταν άφηνα πίσω μου τη Θεσσαλονίκη και μια σχέση χαράς, όταν την ξανάβρισκα. Η κίνηση των αυτοκινήτων, η βιασύνη των ανθρώπων, ο θόρυβος, οι γρήγοροι ρυθμοί και η ασχήμια των κτιρίων με έκαναν με ένα παράξενο τρόπο, να ηρεμώ. Ήταν το όριο μου, η είσοδος στο δικό μου «σπίτι», την αγαπημένη μου πόλη.

Έπειτα συνειδητοποίησα ότι σε άλλους χρόνους, κάποιοι άνθρωποι πιθανότατα να αισθάνονταν όπως εγώ σήμερα, αφού για αιώνες αυτή ήταν η είσοδος και έξοδος της πόλης. Πίσω λοιπόν, από τις άχαρες πολυκατοικίες και τα μικρά θλιβερά σοκάκια κρυβόταν ένα ολόκληρο κομμάτι της ιστορίας της Θεσσαλονίκης. Για άλλους ασήμαντο, μα για εμάς, ένα κομμάτι του παζλ που θα συμπλήρωνε την ιστορία της.

Περπατώντας στους χώρους αυτούς, στα δυτικά, συλλογίστηκα για μια στιγμή, ότι όλοι εμείς περπατάμε σε χώματα ποτισμένα με αίμα από μάχες και σφαγές για την πολυπόθητη άλλοτε Συμβασιλεύουσα! Ο δρόμος σήμερα ονομάζεται οδός Ειρήνης. Τραγική ειρωνεία για ένα μέρος που δόθηκαν τόσες μάχες. Νομίζεις πως αν μείνεις για λίγο ήσυχος μπορεί και να ακούσεις ακόμη και σήμερα το θόρυβο των σπαθιών, των κραυγών και των αλόγων των πολιορκημένων και των πολιορκητών που πόθησαν την πόλη, ανά τους αιώνες.

Σε αυτούς τους δρόμους όμως θα άκουγες αργότερα άλλες «κραυγές», των μικροπωλητών, των υπαίθριων κουρέων, των μπράβων και των ταγματασφαλιτών, άλλοτε να τραγουδούν στα καφενεία παρέα με τους σημαντικότερους ρεμπέτες, όπως τον Τσιτσάνη και τον Μπάτη που πέρασαν από αυτά και άλλοτε, να ξεκαθαρίζουν λογαριασμούς με τίμημα τη ζωή τους. Θα άκουγες τις φωνές από τις ταινίες των σινεμά, τις φωνές των κοριτσιών που καλούσαν τη «σεβαστή» τους πελατεία για ένα μεροκάματο και την οχλαγωγία του ανδρόκοσμου που ξεχύνονταν σε αυτά τα σοκάκια, μόλις έπεφτε το σούρουπο.

Σήμερα, οι δρόμοι της Μπάρας δεν θυμίζουν τίποτα από την πάλαι ποτέ εποχή της ερωτικής εκείνης μυρμηγκοφωλιάς, με τις απειράριθμες πόρνες. Παρόλα αυτά, αξίζει κανείς να περπατήσει αυτήν την πλευρά της πόλης, να νιώσει τις παλιότερες εποχές, να ακούσει φωνές ξένων στρατιωτών, να δει κτίρια που απομένουν και σοκάκια που κρύβουν ιστορίες, αλλιώτικες. Ακόμη και πίσω από τα μαγαζιά του Βαρδάρη, πίσω από τα στρατιωτικά και τ’ άρβυλα, πίσω από τις ψηλές πολυκατοικίες με τα κέντρα αδυνατίσματος, πίσω από συνεργεία αυτοκινήτων, αποθήκες και συνοφρυωμένους περαστικούς, μπορείς να ανακαλύψεις ιστορίες άλλων εποχών και να δεις τη γειτονιά με «άλλα μάτια», ίσως πιο φωτεινά.

 

Κείμενο: Βασιλική Καρτσιακλή

Accessibility Toolbar